Πολλοί άνθρωποι εύχονται για σωτηρία όταν οι καταστάσεις γίνονται δύσκολες. Περιπτώσεις όπως να μην έχει κάποιος να πληρώσει τους λογαριασμούς του, να νιώθει εκτός ελέγχου με καταναγκαστικές συμπεριφορές, όπως η υπερφαγία ή η υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ, να αισθάνεται μοναξιά μετά από ένα πρόσφατο χωρισμό, ή το να προσπαθεί να ξεφύγει από μία κακοποιητική κατάσταση, οδηγούν πολύ συχνά σε συμπεριφορές «αναζήτησης διασώστη». Κάποια παραδείγματα αναζήτησης διασώστη είναι τα ακόλουθα: Να παραπονιέσαι σε κάποιον φίλο με το οποίον έχεις αναπτύξει αλληλοεξαρτώμενη σχέση και ξέρεις πως θα προσφερθεί να σε «ξελασπώσει», να αποφεύγεις να πληρώσεις τους λογαριασμούς σου σε τέτοιο σημείο που απειλείσαι με κατάσχεση ή ακόμα και έξωση και τότε να παίρνεις ένα συγγενικό πρόσωπο να σε βοηθήσει, να παρακαλείς τους άλλους για συμβουλές τις οποίες δεν ακολουθείς, οπότε ξαναζητάς επιτακτικά συμβουλή στο ίδιο πάλι θέμα λίγο χρόνο αργότερα. Ξεκινάς μια σχέση μη νιώθοντας έτοιμος να δεσμευτείς, απλά επειδή θέλεις να έχεις κάποιον κοντά σου και να μην αισθάνεσαι μόνος δίνοντας έτσι μικτά μηνύματα στον σύντροφό σου λόγο της δικής σου αδυναμίας για επένδυση.
Κάποια άτομα φαίνεται να προσελκύονται από το ρόλο του «κατά συρροή διασώστη» εύκολα. Θέλουν να βοηθήσουν, έχουν δυσκολία να λένε «όχι» όταν κάποιος ζητά βοήθεια ή βρίσκεται σε δυσκολία, και συχνά αισθάνονται καλά με τον εαυτό τους (όπως και δυνατοί, έχοντας τον έλεγχο, αλλά και αναγκαίοι) όταν βοηθούν τους άλλους. Συχνά αυτοί οι «φυσικοί διασώστες» έχουν βιώσει επώδυνη παιδική ηλικία και αναζητούν να είναι μέρος μιας «σωτήριας φαντασίωσης» – μιας επώδυνης κατάστασης η οποία καταλήγει σε μαγικά «ευτυχές τέλος». Δεν έχει πραγματικά σημασία ποιος θα διασωθεί, ο σκοπός είναι να υπάρχει διάσωση! Ο κατά συρροή διασώστης έχει μια ανάγκη η οποία καλύπτεται από αυτές τις «διασωστικές» συμπεριφορές.
Κάποιοι άλλοι είναι φυσικοί «αναζητητές διάσωσης» (που συχνά παρουσιάζονται ως «θύματα»). Η αυτόματη αντίδραση στις αντιξοότητες είναι να ψάξουν άμεσα κάποιον τους βοηθήσει να αποφύγουν πόνο ή και ευθύνες, με οποιοδήποτε τρόπο. Κάποιοι θα προσπαθήσουν περισσότερο από άλλους να βρουν διασώστη, λειτουργώντας συχνά χειριστικά ή ακόμα και να εξαπατήσουν (π.χ. να παραπονιούνται πως δεν έχουν καθόλου χρήματα ενώ στη πραγματικότητα υπάρχει εισόδημα). Κάποιοι δεν τα παρατάνε όταν οι άλλοι αρνιούνται να τους «ξελασπώσουν» και απλά συνεχίζουν να παρακαλούν, ή να πηγαίνουν από άτομο σε άτομο ψάχνοντας συνέχεια να βρουν κάποιον που θα τους δώσει αυτό που θέλουν και απαιτούν. Αυτό που παίρνουν από αυτή την πρακτική είναι η συνεχής αποποίηση των ευθυνών, η ενίσχυση του αισθήματος της δυσφορίας μπροστά στην ανάληψη επικείμενων ευθυνών, όπως επίσης και το αίσθημα δύναμης που έρχεται με το να «σηκώνουν μια παράσταση» και να υποχρεώνουν τους άλλους να παίξουν στο προσεκτικά ενορχηστρωμένο τους σενάριο.
Φυσικά είναι σχετικά εύκολο για τους κατά συρροή διασώστες να λάβουν μέρος στο χορό των κατά συρροή θυμάτων. Διασώστες και θύματα φαίνεται να βρίσκουν ο ένας τον άλλον, με κάποιον τρόπο. Ο ένας καλύπτει τις ανάγκες του άλλου και τελικά τις δικές του. Οπότε ποιο είναι το αρνητικό για τον καθένα τους; Κάθε μοτίβο συμπεριφοράς το οποίο είναι μη εποικοδομητικό, μας στερεί επιλογών. Έτσι λοιπόν ο διασώστης μπορεί να έχει πρόβλημα να αναγνωρίσει πως είναι υγιές να λέμε και «όχι», είτε για τον εαυτό του είτε για το άτομο το οποίο θέλει να προστατέψει από τις συνέπειες ή από το να μάθει να διαχειρίζεται τα δύσκολα θέμα και τις προκλήσεις της ενήλικης ζωής. Οι διασώστες αδυνατούν επίσης να καταλάβουν πως βάζουν ασυνείδητα ένα αντίτιμο για την βοήθειά τους. Έχουν μια προσδοκία πως το διασωθέν θύμα θα βρεθεί υπό τον έλεγχό τους, είτε θα δεχτεί τη συμβουλή τους κάτι που θα τους κάνει να αισθάνονται σημαντικοί̇ είτε να αισθάνεται ενοχή να τους αποχωριστεί λόγω της «υποχρέωσης». Αναζητούν επίσης και να τους απονέμεται η πρέπουσα ευγνωμοσύνη την οποία πιστεύουν πως δικαιούνται. Η κατά συρροή διάσωση τους αποτρέπει επίσης να ασχοληθούν με της πλευρές του εαυτού τους που ίσως πραγματικά χρειάζονται να επιληφθούν.
Για τους κατά συρροή θύματα παρουσιάζονται επίσης μειονεκτήματα. Συχνά να το να σε σώζουν είναι καταστρεπτικά αποδυναμωτικό. Για παράδειγμα, πολλά παιδιά που τα φρόντιζε η μητέρα τους πολύ μετά την ενηλικίωση, αναλαμβάνοντας εξολοκλήρου τις δουλείες του σπιτιού, τους λογαριασμούς, το μαγείρεμα κλπ., κυριολεκτικά κατάρρευσαν όταν η μητέρα τους πέθανε. Μη έχοντας την εμπειρία των συνεπειών για τις πράξεις μας είναι δύσκολο να μάθουμε από τις εμπειρίες μας. Ακόμα ένα μειονέκτημα των κατά συρροή θυμάτων είναι ο ασυνείδητος φόβος και η παράνοια που ακολουθεί τις επιλογές τους. Με το να αποφεύγουν συνεχώς τις ευθύνες και τις συνέπιες δημιουργούν ένα συνεχές άγχος, γιατί ξέρουν μέσα τους πως αργά η γρήγορα αυτές οι ευθύνες θα τους προλάβουν και τότε δεν θα μπορούν να τις αποφύγουν. Το να αφήνουμε τους άλλους να μας σώνουν, μας βάζει επίσης σε μια υπόχρεη θέση προς αυτούς. Υποχρεωμένη να τους το ξεπληρώσουμε με κάποιον τρόπο (όπως π.χ. να τους αφήνουμε να μας διατάζουν) κάτι που καταπατεί την ελευθερία μας. Και τέλος αυτοί που συνέχεια ψάχνουν κάποιον να τους σώσει, συχνά έχουν θέματα αυτοεκτίμησης. Είτε γιατί δεν έχουν νιώσει ποτέ την αίσθηση της αξίωσης που παίρνει κανείς από την επίλυση μια πρόκλησης, είτε γιατί ζηλεύουν αυτούς που είναι ικανοί να τους σώσουν με τρόπους που δεν μπορούν εκείνοι να σώσουν το εαυτό τους.
Συγγραφή: Δωροθέα Μανωλοπούλου BSc, MA – Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια